Μυστικά

– Μάνα, θα μας πεις το φλυτζάνι?

– Τρελλή είσαι παιδί μου, που ξέρω εγω απ’ αυτά?

– Α, ρε μάνα! Κρίμα που δεν ξέρω κι εγω, για να μάθαινα τα μυστικά σου

– Μυστικά κρατάμε απο αυτούς που δεν μπορούν να κρατήσουν μυστικά

– Με δυο λέξεις τα είπες όλα ρε μάνα !!!

Ήξερε πως η μάνα της δεν εννοούσε το φόβο του να εκτεθεί κανείς κοινωνικά αλλά την άσκοπη φλυαρία, αυτή την ένδειξη βαθιάς επιπολαιότητας που γεννά η ανθρώπινη περιέργεια.

Advertisements

Πράξεις

Μέσα απο τ’ αναρίθμητα είδη των πράξεών μας, ίσως το πιο εξευτελιστικό, είναι να κάνεις μόνο αυτό που σου επιτρέπουν οι άλλοι.

Δεν έχει σημασία αν ο εντολοδόχος κινείται απο καλόβουλο ή κακόβουλο σκοπό.

Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο.

Αυτή η τακτική σ’ αποστειρώνει απο τις ανθρώπινες σχέσεις, σ’ ακρωτηριάζει και δεν σ’ αφήνει να πάρεις τα μαθήματα της δικής σου ζωής.

«Χρόνια πολλά»

– Έτοιμη ? ρώτησε τη κόρη της.

– Πρέπει να πάρω τηλέφωνο και φοβάμαι…

– Πάρε παιδί μου και μη φοβάσαι. Κάθε φορά που τρέμουν τα πόδια μας απο φόβο καταστρέφουμε την υγεία μας, κι είσαι πολύ νέα ακόμα.

Κοίταξε τη μάνα της και διέκρινε δήλωση μεταμέλειας για το χαμένο χρόνο. Για στημένες, πατενταρισμένες γιορταστικές μέρες που είπε «χρόνια πολλά» στη κόρη της, δίχως να μπορέσει να της δείξει τι πρέπει να κάνει για να΄ναι τα χρόνια της καλά, πολλά και χαρούμενα.

Κι ύστερα φτάνει μια στιγμή, που, αφού για χρόνια έχεις συγκρουστεί με τα παιδιά σου, λόγω των εμμονών σου να τα προστατεύεις, βλέπεις τι τους έκανες και τρέμεις.

Τότε, αν έχεις ψυχανεμιστεί την αλήθεια, κι έχεις αισθήματα γι αυτά, καίγεσαι να τα σώσεις.

Είτε είσαι ζωντανή, είτε νεκρή, ξεσηκώνεις θεούς και δαίμονες για να αποσβέσεις το ανεπανόρθωτο.

Παρέλαση

– Εγω φέτος δεν θα κάνω παρέλαση

– Ο λόγος?

– Το θεωρώ καραγκιοζιλίκι όλο αυτό που γίνεται

– Έχει και τη θετική του πλευρά …

– Ποιά είναι αυτή ?

-Το τέλος, η άτακτη υποχώρηση για συνάντηση με τους αυτοκόλλητους

– Σιγά μην περιμένω να πάω στη παρέλαση για να βγω με τους κολλητούς μου !

– Όπως νομίζεις …

– Δεν σε νοιάζει τι θα πουν στο σχολείο?

– Οχι βέβαια !

– Ο μπαμπάς?

– Τι ?

– Τι θα πει?

-Που να ξέρω ? Δεν έχεις παρά να τον ρωτήσεις !

– Ωχ!

– Δεν έχει ωχ !

– Θα το πεις εσύ ?

– Οχι βέβαια ! Γιατί, φοβάσαι?

– Ξέρω πάλι τι θα μου πει …

– Ευτυχώς που κάποιοι άνθρωποι αλλάζουν. Τι να το κάνουν όμως αν εσυ κι εγω τους βλέπουμε με την παλιά τους εικόνα?

– Εντάξει, θα το κάνω, αλλά άμα με πιέσει … να τα βγάλεις εσυ πέρα μαζί του !

– Ούτε να το σκέφτεσαι! Εσύ έχεις το πρόβλημα, εσυ θα το λύσεις !

– Πως?

– Μέσα απο τη κουβέντα με το πατέρα σου !

– Καλά …

Ο πατέρας της την πήρε αγκαλιά για να συζητήσουν.

Η ορμή της εφηβείας της κι οι ανάγκες αυτού του συγκεκριμένου παιδιού, έκαναν το ύφος της συζήτησης ζωήρό.

Κυριαρχούσε ο δικός της μονόλογος, κάπου κάπου έκανε ανακωχή με μια πάσα για διάλογο, κι οταν ένοιωθε απειλή, συνέχιζε ξανά με αντίλογο.

Ίδρωσε μέχρι να καταφέρει να της εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ επαναστατημένου και επαναστάτη.

Φάνηκε να τα καταφέρνει.

Η μικρή ανακουφίστηκε όταν πια κατάλαβε τι σημαίνει να ΄ναι κανείς βαθιά κι αληθινά ελευθερος.

– Εντάξει, θα πάω, ειναι ανόητη η αντίδρασή μου, το κατάλαβα. Κάτι ξέρει η μαμά που λέει πως οι άνθρωποι αλλάζουν, αλλά εμείς τους κοιτάμε με τα παλιά μας μάτια.

«Καλύτερα κολασμένη στο κλουβί, παρά παρθένα στη γύρα»

Μια μερίδα γυναικών υποτάσσεται τυφλά στα «θέλω» των συζύγων τους.

Αναρωτιέμαι ποιά νά ΄ναι τα κίνητρα του άντρα που θέλει τη γυναίκα στο σπίτι.

Ίσως ξεκινά απο την ανάγκη να εξασφαλίσουν σύζυγο δια βίου, πάνω σ’ αυτό χτίζουν φανατικά την παραδοσιακή αξία που θέλει τη γυναίκα έγκλειστη, σαν φάντασμα σε πύργο.

Όπως και να το κάνουμε «καλύτερα κολασμένη στο κλουβί, παρά παρθένα στη γύρα». Στο κλουβί την ελέγχεις, τρώει όσο της δίνεις, πετάει όσο της επιτρέπεις. Ελεύθερη είναι επικίνδυνη, καθώς υπάρχει η επιλογή μιας άλλης τροφής, ενός ψηλότερου πετάγματος.

Κι όσο εσυ νομίζεις πως είσαι ασφαλής, αυτή χρόνο με το χρόνο, παίρνει το καναβούρι που την ταϊζεις και μ αυτό υψώνει τον τοίχο της. Ένα τοίχο φτιαγμένο απο σπόρους που φύτεψες στη ψυχή της. Σπόρους μοναξιάς, αναμονής, αποκοιμίσματος, θλίψης.

Ενα τοίχο που δεν θα σου επιτρέψει να τον διαπεράσεις ποτέ, κι ενω νομίζεις οτι σου ανήκει, ξυπνάς ενα πρωί και βλέπεις το κλουβί άδειο.

Η ίδια δεν έχει φύγει. Που να πάει άλλωστε. Το σώμα είναι εκεί, αλλά η ψυχή απούσα.

Εσύ έχεις το αντρικό προνόμιο να χάσεις τη ψυχή σου στη γύρα, στην εμπειρία, στην αυταρέσκεια, για να την ξανακερδίσεις κάποτε. Αυτή την έσωσε απο την πίκρα του φυλακισμένου, με το ονειροφάντασμα της καθημερινής σου αργοπορίας, με κρυφά γεννήματα κι ανησυχίες για το που οδηγείς τη ζωή σου.

Αυτή η πίκρα που έγινε μόνιμη και εμφανίζεται ερήμην της κάθε φορά που η καρδιά της σε ανακαλεί.

Κι ύστερα έρχεσαι σαν άλλος θεραπευτής, για να γιατρέψεις τα ελαττώματά της, μόνο που δεν είναι ελαττώματα αλλα πληγές.

Σ’ αυτή τη ψυχή χαράχτηκε το εύθραυστο, κι εσυ συνεχίζεις κι αναρωτιέσαι … » Τι της έλειψε απο μένα?»

Λες …

– Λες να μην νοιώθω τίποτα γι αυτόν?

– Πως μπορείς ν’ αγαπάς αυτόν που φοβάσαι?

– …

– …

– Έχεις δίκαιο

Σαγηνευτικές ενοχές

Παρατηρώντας τον εαυτό της ένιωσε μια γλυκιά ανακούφιση, καθώς διαπίστωσε πως ο ενοχικός τρόπος σκέψης, ο σχεδόν μαζοχιστικός, που για χρόνια κουβαλούσε μαζί της, είχε πιά εξαφανιστεί.

Πήγε πίσω, προσπαθώντας να προσδιορίσει την εποχή που φορτώθηκε ενοχές. Αναζήτησε τη στιγμή που αιχμαλωτίστηκε, αλλά δεν την εντόπισε.

Σ’ όλες τις ηλικίες οι ενοχές ήταν εκεί γνώριμες, στέκονταν απέναντί της βασανιστικές.

Ένιωθε σαν να γεννήθηκε μ’ αυτές. Λες κι απο έμβρυο, σε κάθε τέντωμα και στροφή μέσα στον αμνιακό σάκο, εισέπραττε μια δυσαρέσκεια για παρενόχληση, ένοιωθε ενοχές, κι όλο και στριμωχνόταν.

Απο βρέφος άκουγε πως η μανούλα θα κλαίει αν δεν πιεί το γάλα της, έφηβη πια ταλαντευόταν ενοχικά ανάμεσα στις σχολικές υποχρεώσεις και στις υπαρξιακές της αναζητήσεις και ως ενήλικη, ενοχικά και πάλι, κατέπνιγε το ωφέλιμο για το άχρηστο.

Άλλοτε πάλι οι ίδιες ενοχές στέκονταν απέναντί της σαγηνευτικές.

Κι είναι να αναρωτιέται κανείς ποιά είναι η κρυφή σαγηνευτική πλευρά τους.

Ακούγεται παράλογο, ίσως και τολμηρό , αλλά κάποιες φορές λειτουργούν απο συνήθεια και η συνήθεια ενέχει ευχαρίστηση.

Ταυτόχρονα αλλοτριώνει συνειδήσεις, φρενάρει την αυτοτέλεια και υποβιβάζει την κρίση.

Ζήσε τη στιγμή

Γαλήνεμα.

Θέλησε να ζήσει τούτη τη στιγμή.

Δεν ήξερε αν θα ξαναρχόταν.

Θυμήθηκε κάποιο αγαπημένο της πρόσωπο, της έλεγε με κάθε τρόπο : «Ζήσε έντονα την κάθε στιγμή, είναι πολύτιμη.»

Άλλωστε, είχε πάψει να ‘χει σκοπούς και στόχους.

Σαν σανίδα σωτηρίας υπήρχε μόνο η άγρυπνη επίγνωση.

Μοναξιά Vs Μοναχικότητας

Αποδεχόμενη την μοναχική της φύση αισθάνθηκε ευγνώμων, αγνοώντας τη διαφορετική άποψη του πλήθους.

Δεν είχε να κάνει με τη μοναξιά απο την απουσία.

Ανακάλυψε την ομορφιά του να μπορεί κανείς και μόνος, κάτι που δεν είναι παρά μια βαθιά ελευθερία απο το φόβο του να αισθάνεται κανείς μόνος.

Η μοναχικότητα αποτελούσε γλυκιά συντροφικότητα.

Μέσα απ’ αυτή έμαθε πως μόνο όποιος αντέχει να είναι μόνος μπορεί να συνυπάρχει και με άλλους.

Αντλεί δύναμη για να πάει πιό βαθειά με τον εαυτό της, όσο και για να αντέξει να ζει σε μια κοινωνία που απέχει πολύ απο το όραμα.

Μεταξύ ντροπής και ενοχής

Μπαίνοντας σπίτι ένοιωσε να γιγαντώνεται η αίσθηση του πνιγμού.

Το πάτωμα, ο χώρος όλος, χρωματισμένος κόκκινος απο το ξέσπασμα στην κατσαρόλα με το κοκκινιστό.

Βούτηξε το δάκτυλο στη σάλτσα και ζωγράφισε αφηρημένα σχέδια με το νού κενό, δίχως σκέψεις.

Απόλαυση η πρωτόγνωρη ησυχία.

Τα μάζεψε και ξάπλωσε.

Η ένταση εξελίχθηκε σε ενέργεια και η χαρά ξεφύτρωσε απο το πουθενά.

Μετά το ξέσπασμα των καταπιεσμένων συναισθημάτων γεννήθηκε η ντροπή. Ξεκάθαρη η διαφορά μεταξύ ντροπής και ενοχής.

Η ντροπή απέναντι σε μια απρεπή συμπεριφορά σ’ αλλάζει, η ενοχή σε ρίχνει στον όλεθρο.

Ευτυχώς, ξεφορτώθηκε τις ενοχές εδω και καιρό.

Η ντροπή γέννησε βαθιά κατανόηση για όλους και για όλα, αληθινή κατανόηση που δεν έχει να κάνει με λογική αλλά με αισθήματα που ξεπρόβαλλαν με χαρούμενα χρώματα.