Μουσική εφηβεία του ΄70

Αναδρομή σε μουσικά ακούσματα, η αντίσταση μιας γενιάς στις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Πάνω που το ανάλαφρο της pop, σχημάτιζε στις εφηβικές ψυχές τα βαγιόκλαδα του έρωτα, ήρθε η εξέγερση του Πολυτεχνείου, να σφραγίσει σαν παρακαταθήκη στη ψυχή, το πολιτικό τραγούδι. Μια σύνθεση πάθους και ιδεαλισμού.

Στη συνέχεια αυτό δεν έφτανε. Έλειπε κάτι απο ερωτικό για να ολοκληρωθεί η σύνθεση.

Η αναδρομή στη pop είναι ρηχή, καλή για τότε αλλά οχι για τώρα. Έχει κάτι απο απαίδευτο ρομαντισμό

Η rock απο απο μόνη της πέφτει πάνω σαν παγωμένο αδιέξοδο. Και να το θαύμα!!

Ξεπροβάλλει το έντεχνο που έρχεται τρυφερά να δέσει μ’ αυτή τη γενιά, γιατί αυτή η γενιά έχει περάσει απ όλα τα ακούσματα και ψάχνει κάτι, αλλά δεν ξέρει τι …

Ο όρος είναι παρεξηγημένος. Πολλοί νομίζουν οτι είναι ρεύμα, κάτι σαν μόδα.

Το έντεχνο είναι ο,τι στέκεται, ο,τι δομείται συνολικά, απο μουσική, στίχο, σύνθεση, μελωδία.

Δεν έχει κατηγορία, μπορεί να ‘ναι ελαφρό, έντεχνο λαϊκό, κλασικό, ορχηστρικό, σύγχρονο.

Advertisements
Published in: on 6, Οκτώβριος, 2010 at 18:04  3 Σχόλια  
Tags: , ,

Είναι ??

Είναι άδικο να βασανίζονται οι άνθρωποι.

Να φοράνε για χρόνια αυτές τις γιορταστικές μασκαράτες, σαν να ΄ναι δεύτερη φύση τους.

Τη στιγμή που θέλουν να τις πετάξουν, δεν ξέρουν τι είναι δικό τους και τι είναι ξένο !

Έχουν γίνει ενα με το δέρμα και ταυτόχρονα είναι σαν να ΄χουν στοιχειώσει τη ψυχή.

Αιτία και αποτέλεσμα

– Τη λυπάμαι …

– Τα θέλει ο κώλος της !

– Εσυ καλά θα κάνεις να κλείσεις το στόμα σου. Τώρα τελευταία δεν κρατάς ούτε τα προσχήματα.

– Δεν οργανώνω το νού μου, Ο,τι μου’ρθει θα πω !

– Αυτό είναι ανωριμότητα.

– Ανωριμότητα θα ήταν αν τα είχα βρει με τον εαυτό μου. Το καζάνι όμως βράζει ακόμα και δεν εχω σκοπό να χαμηλώσω τη φωτιά.

– Αν είναι κάθε φορά να τα βάζεις με την νοοτροπία … θα σε γράψει στα μαύρα κατάστιχα ο άντρα της …

– Εμένα με έχει ρωτήσει που τον έχω γραμμένο??

– Ελα … υπερβολές !!!

– Ακου, δεν μπορώ με το ζόρι να της φορέσω τα μάτια μου. Η ίδια η ζωή τη σπρώχνει για να δει. Πότε της φέρνει το ένα, για να την ταρακουνήσει και πότε το άλλο, χαμπάρι δεν παίρνει.

– Εννοείς οτι δεν είναι τυχαία τα προβλήματά της?

– Βέβαια. Αιτία και αποτέλεσμα είναι όλα, κάτι έχει να μάθει απ΄ολα αυτά. Αν δεν μάθει, μετεξεταστέα θα είναι για την επόμενη ζωή.

– Αν η ζωή είναι αιτία και αποτέλεσμα , όπως λες, δεν πρέπει να στεναχωριέσαι …

– «Συν Αθηνά και χείρα κίνει»

– Έτσι είναι, αλλά , μην ανησυχείς.

– Την αγαπώ, είναι αληθινά καλή. Δεν είναι αδιαπέραστη, η ζωή την έκλεισε …

– Τι να σου πω, εσύ ξέρεις …

Λείπει η ατμόσφαιρα !

– Για δοκίμασε

– Τέλεια !

– Δεν νομίζω να λείπει κάτι …

– Χμ … Νομίζω πως ναι

– Πες μου, τι λείπει ?

– Το φαγητό είναι υπέροχο, η φαντασία όμως, προσθέτει γοητεία.

– Τι εννοείς?

– Λείπει η ατμόσφαιρα !

– Αμάν αυτή η μανία σου !!

– Δεν είναι ωραίο να πετάς έτσι το φαγητό στα πιάτα.

– Κατάλαβα, θέλεις και κηροπήγια

– Αν σου πέταγα στο πιάτο , ενα αφρόντιστο πρωινό, θα το έτρωγες?

– Εσύ γιατί τα βάζεις με τη γιαγιά όταν σου λέει τα ίδια?

– Επειδή, στη δική μου γενιά, κάθε τι πρακτικό, μας το ‘καναν ψυχολογικό και μας έσκισαν …

– Δηλαδή?

– Δηλαδή μας καπέλωσαν με το ζόρι το ρόλο της καλής οικοδέσποινας και δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε τη διαδικασία. Άλλες τη μισήσαμε και άλλες τη φορέσαμε καπέλο με το ζόρι.

 

Ακεραιότητα

– Μπράβο καρδιά μου.

– Μπράβο λέμε στα γαϊδούρια, στους ανθρώπους λέμε ευχαριστώ!

– Ευχαριστώ καρδούλα μου, αλλά μου τσακίζεις τα νεύρα. Σου εχω πει ποτέ οτι είσαι υποχρεωμένη να κάνεις ο,τι κάνεις? Γιατί τα βάζεις μαζί μου?

– Δεν τα βάζω μαζί σου, ούτε νοιώθω υποχρεωμένη να κάνω ο,τι κάνω. Δεν ξέρω, δεν ξέρω τι θέλω. Το μόνο που ξέρω είναι οτι δεν θέλω να ζω άλλο έτσι.

– Πως έτσι ρε παιδί μου?

– Τι θα πει πως έτσι? Θέλω ακεραιότητα στη ζωή μου. Όταν είσαι ακέραιος, είσαι κι έντιμος τόσο με τον εαυτό σου όσο και με τους άλλους.

– Είσαι εντελώς χαζό? Είσαι ακέραιο άτομο !

– Δεν είμαι. Άλλα λέω, άλλα σκέφτομαι και άλλα κάνω !!

– Βουτάς στα βαθιά και θα πονέσεις ! Τι ψάχνεσαι?

– Αυτός ο πόνος κάπου σε πάει…

– Τι να σου πω … Μακάρι ν’αντέξεις…

– Δεν κάνω πίσω !

– Σε κατανοώ, αλλά, ώρες ώρες, με βγάζεις απ’ τη ρότα μου! …

Περι γάμου …

Ο νους της έτρεξε στο γάμο της και αναρωτήθηκε πως μπήκε σ’ αυτή τη διαδικασία.

Απο μικρό παιδί αντιστεκόταν σε κάθε κοινωνικό θεσμό. Σαν έφηβη το γάμο τον απευχόταν, φάνταζε στα μάτια της σαν πλαστικοποιημένη αγάπη που σε νεκρώνει και σε κακοσχημαστίζει μέσα απο νόμους και κανόνες, ένιωθε πως αγάπη και ελευθερία βαδίζουν μαζί, πλάϊ πλάϊ.

Το γάμο τον αισθανόταν σαν μια επινόηση της κοινωνίας που οριοθετεί την αγάπη, σε περιορίζει να ζεις αποκλειστικά για τους «δικούς σου» ανθρώπους, τα αισθήματα για τον υπόλοιπο κόσμο φαντάζουν περιττά, μια και σε τραβολογούν απο ‘δω κι απο ‘κει , σου κλέβουν χρόνο, κι εσυ έχεις αποκτήσει πια υποχρεώσεις …

Ζόρια …

– Πες μου, γιατί κλαις?

– Δεν ξέρω, με μπερδεύεται συνέχεια, πότε τσακώνεστε και πότε αγκαλιάζεστε …

Ένιωσε αμήχανη, έπρεπε να αποκριθεί με γενναιότητα, με τρυφερότητα αλλα και με ακρίβεια, μακριά απο τα θολά τοπία που γεννούν άσκοπες ψευδαισθήσεις.

– Οι άνθρωποι αλλάζουν, μωρό μου, αλίμονο αν μένουν για πάντα ίδιοι! Ε, τώρα δεν είναι λογικό, όσο αλλάζουμε να γεμίζουν φόβους οι γύρω μας?

– Δε σε καταλαβάινω, θα χωρίσετε ή οχι ?

– Δεν ξέρω, μπορεί ναι , μπορεί και οχι …

– Δηλαδή ?

– Οι μάσκες πέφτουν, μωρό μου, δεν παίρνουν άλλη αναβολή. Αν ο πατέρας σου αντέξει να ‘μαι αληθινή, ίσως μείνουμε μαζί …

– Εννοείς πως δεν θέλεις να ζεις με ψευδαισθήσεις …

– Ακριβώς παιδί μου !

– Ωχ, τον λυπάμαι, του ροκανίζεις τις σιγουριές του !

– Το ξέρω, μωρό μου, αλλά δεν αντέχω πια να δείχνω κάτι άλλο απ΄αυτό που είμαι, εχω ανάγκη να ξαναβρώ τον αληθινό μου εαυτό.

– Εντάξει. Μόνο που …

– Τι καρδιά μου ?

– Να, τον λυπάμαι, είναι πιο αδύναμος απο σένα.

Με το ζόρι συγκρατήθηκε να μην βάλει τα κλάματα. Ήθελε να φωνάξει στο παιδί της πως έχει κι αυτή ανάγκες, βαθιές ανάγκες κι οχι απλά εφήμερες επιθυμίες.

Ήθελε να της πει πως και τι δεν θα ΄δινε για να αποποιηθεί έστω και για λίγο το ρόλο της ηρωίδας και να αρκεστεί σε ρόλους που μπορεί ν’ αντέξει η γυναικεία της φύση.

Μη θέλοντας όμως να χαλάσει το πατρικό μοντέλο του παιδιού της , μάζεψε γρήγορα τα συναισθήματά της, έσκυψε, τη φίλησε και την καθησύχασε, λέγοντάς της πως όλα θα πάνε καλά.

Απάνθρωπη ντομπροσύνη

– Πες πως είμαι άρρωστη.

– Ωραία ! Καλά που με συμβουλεύεις να μην λέω ψέματα.

– Δεν ξέρω, παιδί μου, μάλλον λάθος έκανα. Ίσως να μην είναι όλοι οι άνθρωποι έτοιμοι ν’ ακούν ειλικρίνειες. Πρέπει να διαισθάνεσαι ποιός αντέχει και πόσο, αλλιώς θα κάνεις κακό.

– Κατάλαβα, θα ρίχνω τα χαρτιά δηλαδή.

– Δεν είναι ακριβώς έτσι, μωρό μου, η ειλικρίνεια δεν έχει σχέση με την αλήθεια.

– Τι εννοείς?

– Τα αποτελέσματα της αλήθειας θέλουν το πραγματικό τους χρόνο για να ‘ρθουν στο φως, αλλά εμείς δεν έχουμε υπομονή να περιμένουμε, κι ετσι , στο όνομα μιας απάνθρωπης ντομπροσύνης, ματώνουμε τις ψυχές των ανθρώπων.

Περι διαφορετικότητας

– Μην κοροϊδεύεις τους ανθρώπους παιδί μου.

– Ελα καλέ μαμά, όλοι το ξέρουν πως είναι γκέϊ.

– Ολα τα γεννημένα αρσενικά έχουν τις ίδιες πιθανότητες, μην γίνεσαι αυστηρή με τους ανθρώπους.

Η κόρη άκουγε με προσοχή, τα λόγια της μάνας της,  επιδρούσαν ευεργετικά στην επαναστατημένη της ψυχή, την έβγαζαν όλο και περισσότερο απ’ τη σύγχυση. Κάποιες φορές ένοιωθε την ανάγκη να περάσει σ’ ενα πιο αληθινό δεσμό μαζί της, κάτι την κρατούσε όμως και δεν το έκανε, δεν ήξερε τι, αλλά προσπαθούσε να το ανακαλύψει.

Σκαλίζοντας το παρελθόν, έβλεπε τη μάνα της να χάνεται σε μάταιους ηρωισμούς, θλιβερές υποχωρήσεις και νωχελική παθητικότητα.

Αυτή η εικόνα δεν της άρεσε, στο παιδικό της μυαλό η μάνα της πόζαρε σαν να διαπραγματευόταν τη ζωή.

– Εντάξει, μάλλον είμαι άδικη, είπε.

– Πρέπει να ξέρεις, παιδί μου, πως υπάρχουν γκέϊ που η ψυχή τους είναι πολύ αντρίκεια και ιερόδουλες που έχουν πολύ πιο βαθιά ηθική απο τις λεγόμενες κυρίες.

– Νομίζω πως κατάλαβα, μουρμούρισε αδιάφορα κι αφηρημένα η μικρή

– Μάλλον δεν κατάλαβες, έτσι αδιάφορα μιλούν όσοι υποδύονται τους προοδευτικούς. Όμως ξέρεςι κάτι ? Φτύνουν παράλληλα τον κόρφο τους και ψιθυρίζουν «μακριά απο μας».

– Οκ, ρε μάνα, εχω επηρεαστεί απο τα αγόρια του λυκείου, παραδέχτηκε σκύβοντας το κεφάλι απο ντροπή.

Η μάνα ένιωσε καλύτερα καθώς είδε αισθήματα να γεννιούνται μέσα στη καρδιά της κόρης της.

Η «Θεία Λένα» και οι πέτρες

Αφέθηκε για τα καλά στη νοσταλγία της, ταξιδεύοντας στις παιδικές της αναμνήσεις.

Ταξίδεψε πίσω , προσπάθησε να ανοίξει τα σφαλιστά αρχεία του νού της και σιγά σιγά μπήκε σε μια αίσθηση του τότε, κάπου προς το τέλος της δεκαετίας του ’60.

Άρχισαν να ανοίγουν τα παράθυρα το ένα μετά το άλλο. Είδε τον εαυτό της καθισμένο στο κοντό ξύλινο σκαμνάκι, με το αυτί κολλημένο στο μικρό ραδιοφωνάκι να παρακολουθεί με αγωνία τη ραδιοφωνική σειρά. Η ευτυχία της ξεπρόβαλλε μέσα απο την εκπομπή της «Θείας Λένας» με τη μαγευτική φωνή της Αντιγόνης Μεταξά.

Μέσα απο τα παραμύθια της έφευγε, απογειωνόταν σ’ ενα οδοιπορικό που μόνο εκείνη ήξερε να φτιάχνει. Καθώς άκουγε ο νούς της χρωματιζόταν. Σε κάθε συναίσθημα που γεννούσε το παραμύθι αντιστοιχούσε κι ενα χρώμα. Ήχος και χρώμα μαζί έφερναν τα πάνω κάτω στην παιδική ψυχή της.

Μετά τη «Θεία Λένα» έμπαινε στο δωμάτιο της μαμάς της, έπαιρνε όσα κοσμήματα είχαν πέτρες και τις χάζευε. Χανόταν στα χρώματα και μιλούσε μαζί τους. Σε κάποιες απ αυτές είχε ιδιαίτερη αδυναμία. Τις χάϊδευε, τις έπλενε, τις σκούπιζε απαλά, κι όταν ένιωθε λυπημένη, τις κρατούσε κοντά της, θαρρείς πως αυτοί οι μικροί κρύσταλλοι την θεράπευαν ολιστικά.

Πολλές φορές τη νύχτα την περνούσε μαζί τους , τις τρύπωνε κρυφά κάτω απ το μαξιλάρι της και πρωί πρωί έτρεχε να τις ξαναβάλει στο γνωστό σημείο απ όπου τις πήρε.

Ζούσε μια άλλη πραγματικότητα με μεσάζοντες αυτές τις εκθαμβωτικές πετρούλες. Ενθουσιαζόταν καθώς τις αποκρυπτογραφούσε με μια «άλλη όραση» που συνελάμβανε τα αόρατα.

Όσο περνούσαν τα χρόνια, αυτό το παιχνίδι με τις πέτρες γινόταν το μυστικό της , η παιδική κι αργότερα η εφηβική της σκανταλιά, μια και κανείς δεν μπορούσε να συμμεριστεί την αγωνία της για κάτι άψυχο που προέρχεται απο τα σπλάχνα της γης.