Καθένας έχει το χαρακτήρα του …

–        Για πες , για πες τώρα που έφυγε η Θεανώ. Τα ‘χεις με τον ανιψιό μου?

–        Εεε ….

–        Τι ντρέπεσαι βρε χαζό. Εγώ είμαι ογδόντα ενός και βγαίνω μ’ ένα κύριο. Καλός ο μακαρίτης , δεν λέω, αλλά η μοναξιά δεν παλεύετε.

–        Συγνώμη που ρωτάω, αλλά , η αδελφή σας πόσο είναι?

–        Με περνάει τρία χρόνια, δυστυχισμένη όμως. Όλα της τα χρόνια τα ‘ζησε μ’ ένα κακορίζικο κι ούτε ένα κέρατο δεν του ‘ριξε.

 

Την έπιασαν τα γέλια, άρχισε να βρίσκει πολύ γλυκιά την Πέρσα, σε τέτοιο βαθμό που ήταν ικανή να βάλει στην άκρη τόσο τη φλυαρία όσο και την αδιακρισία της.

 

–        Τι ωραία που τα λέτε! Χρόνια έχω να γελάσω έτσι !

–        Μπα, και ποιος σου ‘κλεψε το γέλιο , κορίτσι μου?

–        Τα διάφορα προβλήματα…

–        Καλά, μην τα ξεφορτωθείς και θα σου πω πως θα γίνεις όταν μεγαλώσεις !

–        Πως θα γίνω?

–        Σαν τη Θεανούλα …

–        Ελάτε καλέ. Μια χαρά γυναίκα είναι.

–        Καλή είναι η έρημη, αλλά δεν έχεις δει τίποτα ακόμα από τις ιδιοτροπίες της.

–        Ο καθένας έχει το χαρακτήρα του.

–        Κι όλοι οι ανέραστοι τον ίδιο !!

 

Θέατρο η ζωή

Έμεινε ασάλευτη για λίγα δευτερόλεπτα.

Η ζωή της φάνταζε στα μάτια της σαν ένα σκηνικό που έμεινε ολόγυμνο με το τράβηγμα της αυλαίας. Ούτε ηθοποιοί υπήρχαν, γιατί όλους τους ρόλους διάλεξε να τους παίζει μόνη της.

Ο νους της κοιτούσε το παρελθόν, όλα της τα χρόνια είχε κατασκευάσει ένα θέατρο μέσα της κι έπαιζε ποθητούς ρόλους.

Μόλις βαριόταν το έργο , έμπαινε σ’ άλλο και ξανά απ’ την αρχή. Ζούσε σε όνειρο ο,τι αναζητούσε στ’ αλήθεια και δεν είχε τη δύναμη να το πραγματώσει.

Νόμιζε πως ήταν μόνη της κι έμπαινε σε ρόλους. Δεν ήξερες πως εκατοντάδες εγκλωβισμένες γυναίκες γύρω της κάνουν το ίδιο πράγμα καθημερινά.

Θυμήθηκε τα λόγια που της είχε πει, να παρατηρεί τον εαυτό της χωρίς καμιά κριτική, σαν να μην πρόκειται για την ίδια, σαν να παίζει ένα ρόλο σε μια ταινία.

Ξεκίνησε να παρατηρεί, ψύχραιμα κι απρόσωπα, κι όσο παρατηρούσε ανακάλυπτε θησαυρούς . κάποτε νόμιζε πως κάποιος άλλος πιο ειδικός θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά για λογαριασμό της.

 Ξαφνικά την κατέκλυσε μια τρομακτική ενέργεια και μια απρόσμενη αισιοδοξία.

ΤΩΡΑ ΟΧΙ ΑΥΡΙΟ

– Λοιπόν για πείτε μου πως τα πάτε?

– Τι πως τα πάμε?

– Δεν ρωτάω αν μαγειρέψατε ή αν βάλατε πλυντήριο. Ρωτάω προς τα που πάτε τη ζωή σας.

– Δεν σε καταλαβαίνω …

– Γιατί να με καταλάβεις? Μήπως με ξέρεις ετσι? Τακτοποιήστε τη ζωή σας όσο είναι νωρίς !

– Μια χαρά είναι οι ζωές μας, δεν το βλέπεις?

– Οχι, αυτό που βλέπω είναι οτι πρέπει να βρείτε το θάρρος να ζήσετε όπως σας πρέπει. Αν φοβηθείτε θα αρρωστήσετε.

– Γιατί θ’ αρρωστήσουμε?

– Επειδή δεν αντέχετε άλλα να σκέφτεστε, άλλα να λέτε και άλλα να κάνετε !

– Τι θέλεις να πεις?

– Η μαγιά σας είναι τέτοια , δεν θα μπορέσετε να συμβιβαστείτε. απλά θα πεθάνετε νέες.

– Μην ανησυχείς για μας … , την καθησύχασε βουρκωμένη .

– Δίχως δάκρυα ! Στρώστε τη ζωή σας , ΤΩΡΑ ΟΧΙ ΑΥΡΙΟ 

Θυμός του ταξιτζή

Σταμάτησε ενα ταξί και κατευθυνθηκε προς το σπίτι.

Ο νεαρός ταξιτζής παραπονιόταν για την κίνηση

– Δεν αντέχω άλλο. Υπάρχουν μέρες που νομίζω πως θα πάθω εγκεφαλικό

– Τι λες παιδί μου? ετσι εύκολα παθαίνει κανείς εγκεφαλικό?

– Κάνε τη δουλειά μου και μετά τα λέμε, συνέχισε ο νεαρός

– Ο θυμός σου φταίει, οχι η κίνηση

– Τι εχει ο θυμός μου ? ρώτησε απορημένος

– Εσυ θα μάθεις ! Που να ξέρω εγω για σένα ?

– Μέχρι τότε θα ‘χω γεράσει ! επέμενε εκείνος, ενω τα λόγια και η χροιά της φωνής της τον είχαν ήδη ησυχάσει

– Τι θα πάρεις?

Βρέθηκαν να τρώνε σ’ ενα ταβερνάκι στη Πλάκα η μητέρα , καλοδιατηρημένη γύρω στα εβδομήντα,  με τις δυο της κόρες περασμένα σαράντα, όμορφες γυναίκες, και οι τρείς τους, αρχοντικές.

Η μητέρα αλλιώτικη σήμερα. Στο πρόσωπό της είχαν ζωγραφιστεί μια δύναμη ψυχής και ταυτόχρονα μια παιδική αθωότητα.  Τα κορίτσια παραξενεύτηκαν που είδαν τη μάνα τους να ‘χει τον πρώτο λόγο, ενα λόγο μεστό, δίχως τις περιττές και καλοστόλιστες λέξεις που θολώνουν το νου.

– Μάνα, τι θα πάρεις?

– Τι θα ΄θελα ρωτάς?

– Ναι καλέ !

– Τα χαμένα μου νιάτα .  Μη με κοιτάτε παράξενα. Διώξτε απ τη ψυχή σας το φόβο όσο είναι νωρίς, αλλιώς τη βάψατε.  Με προσοχή, με πολλή προσοχή να διεκδικήσετε τη ζωή σας !

– Τι εννοείς οταν λες με προσοχή ?

– Εννοώ με σεβασμό προς τους άλλους !!

Ήρθε ο σερβιτόρος να πάρει παραγγελία

– Τι θα πάρετε?

Κοιτάζονται και σκάνε και οι τρεις στα γέλια !!!!  Παραγγέλνει η μάνα και για τις τρείς, τις γνωρίζει άλλωστε , είναι ο εαυτός της!

 

 

Θυμός

– Στερνή μου γνώση να σ’ είχα πρώτα, ψιθύρισε χαμογελώντας

– Είσαι θυμωμένη με τη ζωή ? τη  ρώτησε δακρυσμένη

– Τι μας φταίει η ζωή ?  Το κεφάλι μας φταίει !  Αν ήμουν θυμωμένη, θα ‘μουν με τον εαυτό μου, αλλά ευτυχώς δεν είμαι πια.

Published in: on 3, Οκτώβριος, 2011 at 12:36  Σχολιάστε  

Βέρα

Μπήκε στο μετρο για να κατέβει στο κέντρο της πόλης, κάθισε σ’ενα απ΄τα διπλά αντικρυστά καθίσματα. Δίπλα κι απέναντί της κάθονταν τρείς γυναίκες περίπου συνομήλικές της, περασμένα σαράντα πλέον.

Τράβηξαν την προσοχή της.

Γυναίκες όμορφες μα και θλιμμένες, σχεδόν αφυδατωμένες απο ζωή. Τι παράξενο!! Κι οι τρείς στριφογύριζαν μηχανικά τις βέρες τους, σαν να ‘παιζαν μπρος πίσω τις ζωές τους. Τα χέρια τους διαφορετικά. Απο πολύ κουρασμένα εργατικά, μέχρι αυτά που δεν έχουν αγγίξει μωρουδιακή πάνα. Οι ζωές τους όμως προφανώς το ίδιο σακατεμένες.

Ξαφνικά πέρασε απο το νού της η μάνα της, που στο εσωτερικό της βέρας δίπλωνε και περνούσε το εισητήριο του λεωφορείου.

Φαίνεται πως αυτός ο χρυσός κρίκος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ποικιλότροπα. Απο το να στηρίξει κανείς την ψευδαίσθηση μιας ζωής εως και να φυλάξει ενα εισητήριο, εισητήριο -μύθο για ενα ταξίδι μιας άλλης ζωήςπου θα ‘θελες  να ‘χες, αλλά που δεν κάνεις τίποτα για να αποκτήσεις.

Οίστρος … 3ος

Η έρημος είν’ η πανδαισία των καιρών, κι οι σταγόνες θάλασσας η δροσιά των τρυφερων οχετών που ξεγλύστρισαν απ τις σκιές του ολέθρου, και ντυμένες στα πορφυρά έγνεψαν να σαγηνέψουν τις απόδημες προσμονές …

Σκέφτομαι το Διογένη με το χέρι απλωμένο στις άψυχες Αθηναϊκές προτομές …

Οταν ρωτήθηκε τι να προσμένει απ τις άψυχες προτομές …

Αποκρίθηκε …

Δεν προσμένω οβολον …

Εκπαιδεύομαι εις το να μην λαμβάνειν…

Ναι έρημος αλλά φιλόξενη να πνίξει με την ερημιά της , να διψάσει με την ανομβρία της, να ποτίσει με την σταγόνα της …

 

 Υ.Γ: Και ο ποιητικός οίστρος συνεχίζεται …

Οίστρος … 2ος

Λυπήθηκα ….

Χάρηκα που αρνητικές σκέψεις δεν έκανες..

Αυτές ανήκουν στην αέναη χώρα των άστεγων θεών με τους ανέγγιχτους ειρμούς πνιγμένους στις αποτροπές και την αυταπάρνηση.

Ενοιωσα ότι άγγιξα τον τρυφερό σου, ευαίσθητο κόσμο με το μακρύ χέρι που η εκβολή του χειμάρρου μου, άπλωσε και σε πότισε σε μέθυσε…

Μικρό παιδί σαν ήμουν εκέι ψηλά στον παγερό βορρά όπου μεγάλωσα, κάθε φορά που το τοπίο πορφυρό γινόταν και με έπνιγε, σκεφτόμουν δυό γραμμές του Γκαίτε «κάθε ανατολή και μία ελπίδα, κάθε δύση και μία ανάμνηση»…

Μια μέρα δημιουργική, αναπότρεπτη.

Που να χορτάσει την δίψα σου , όχι απ την βροχή, όχι απ την καταιγίδα, όχι απ την δεισιδαίμωνα φύση..

Αλλά απ τον καταιγισμό της σταγόνας θάλασσας που απ την έρημο της καρδιάς μου ξεχείλησα μέσα σου.

 

 

Υ.Γ: Ποιητικού οίστρου … συνέχεια

Οίστρος …

Το όνομά σου , μία πλήρη ταυτοποίηση στη μοναδική ομορφιά του κόσμου σου και της αποτροπής σου.

Ενα ηλιοβασίλεμα που έλειπε δίπλα σου θα με ταξίδευε πιό κοντά σου, στον τρυφερό κόσμο σου που καλά φυλάς μέσα σου.

Ένοιωσα απογοήτευση που ζωγράφος δεν είμαι ,να αποτυπώσω , ότι όμορφο σήμερα με προέτρεψες.

Αρκέστηκα να πω.. Τι πολύ που είναι το λίγο ..

Αν κι άλλο εκτροχιαστώ το ταξίδι θα γίνει θρύλος και ο θρύλος το χαμόγελο των αδόξαστων θεών που τόσο αδημονώ ν’ αποφύγω….

Ότι περισσότερο και να γράψω θα είναι φτωχός πλεονασμός, και τα λόγια θα γίνουν κουφάρια και αφετηρίες αποδημητικών σκέψεων.

Βυθίζομαι σε μια σιωπή αναπολώντας να έρθεις να την διαταράξεις με διανοητικούς τρυφερούς απόηχους…

Μην έρθεις γυμνή!!

Ντύσου με τα χρώματα της αλήθειας και να γίνω τα επόμενα μάτια του φεγγαριού που την φιγούρα σου απαλά θα αγγίξουν….

Οσες φορές πρέπει να σε παινέψω ένας καταιγισμός άρπαγας λέξεων με καθηλώνει.

Όταν πρέπει να με παρουσιάσω σκέφτομαι ότι ποτέ δεν έφτασα στην Ιθάκη κι έτσι το παρασκήνιο μ αγκαλιάζει…

Κι όταν θέλω να σε σαγηνέψω τα όμορφα λόγια σφαγιάζονται απ τον Προκρούστη σαν υπέρμετρα …

 

 

 

Υ.Γ:  Ποιητικός οίστρος ενός … γνωστού …