Διαδικασίες του νου

Η επίγνωση άρχισε να γίνεται παρελθόν, η παλιά της κατάσταση ξανάβρισκε έδαφος ν’ ανθίσει.

Μια και μόνο δοκιμασία είναι ικανή να πάει τον άνθρωπο πίσω, κι εκεί που νομίζει πως έχει τελειώσει με το τούτο ή εκείνο, ξαναβλέπεις τους παλιούς μηχανισμούς να ορθώνονται ερήμην σου μπροστά στα μάτια σου.

Άρχισαν μέσα της να λειτουργούν οι ενοχές, από ‘κει πέρασε στη κριτική, κι όσο η κριτική μεγαλώνει, τόσο εμποδίζει την αυτοκριτική, κι ο κρινόμενος γίνεται όλο και πιο ενοχικός και ωθείται όλο και περισσότερο στην υπεράσπιση του εαυτού του.

Διαδικασίες του νου που γίνονται μ’ αστραπιαία ταχύτητα και δεν σου αφήνου το περιθώριο να τις διαχειριστείς.

Advertisements

Ογδοντάχρονα κορίτσια

–        Ήθελα να ΄ξερα τι κάνεις τα βράδια εκεί που πας. Θα έρθω καμιά μέρα να δω, είπε η Πέρσα γεμάτη περιέργεια.

–        Μμμ, εσύ στην εκκλησία!! Εκεί δεν μπορεί να σ’ την πέσει κανείς.

–        Μπορεί.

–        Το μυαλό σου και μια λίρα. Ποιος να σ’ την πέσει αμαρτωλή?

–        Ο πολυέλαιος, στο δόξα πατρί!

–        Δε μιλάω πια μαζί σου. Έχεις φύγει από το δρόμο του Θεού.

–        Ναι, μ’ αρέσει τι πεζοδρόμιο.

–        Έλα βρε θεία, σερβίρισε το τσάι! φώναξε απογοητευμένος ο ανιψιός.

–        Τώρα, παιδί μου.

–        Φέρε μου και το κουάκερ μου, συνεχίζει η Θεανώ.

–        Πως το τρως αυτό ρε θεία?

–        Κάνει καλό στη δυσκοιλιότητα παιδί μου, να το δοκιμάσεις. Οι φυτικές ίνες κάνουν καλό, το λέει και η τηλεόραση, και το μαύρο ψωμί.

–        Και το υπόθετο γλυκερίνης, πετάχτηκε η Πέρσα.

–        Κορόιδευε γαϊδούρα.

–         Δε μας χέζεις , ρε Θεανώ?

–        Μόλις τελειώσει το κουάκερ θα το κάνει, είπε ο αγανακτισμένος ανιψιός!

 

 

 

Τσακώνονται τα ογδονταχρονα κορίτσια !

Στο δωμάτιο επικρατούσε η απόλυτη αναρχία.

Ένα κορδόνι ανάμεσα στα δυο κρεβάτια χώριζε το δωμάτιο  με τη γραμμή του Αττίλα. Η Θεανώ λιβάνιζε το δωμάτιο που μοιραζόταν με τη Πέρσα και ταυτόχρονα έψελνε…

–        «Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν»

Η Πέρσα έκανε αντιπερισπασμό με Τερζή

– «Ήταν παλιόκαιρος τη μέρα που σε γνώρισα»

– Θεέ μου, συγχώρεσέ τη την αμαρτωλή, ψιθύριζε η Θεανώ

– «Συγνώμες κι άλλα θύματα θα πάρουνε τα κύματα, βουλιάζεις την ελπίδα που κρατάω…»

– «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν …»

– Σκάσε ρε Θεανώ.

– Εσύ να σκάσεις, γριά γυναίκα. Τα κοκκινάδια και τα τραγούδια σε μάραναν.

– Τι πάθατε, ρε κορίτσια? Για όνομα του Θεού! Φώναξε έξαλλος ο ανιψιός, ενώ εκείνη προσπαθούσε να πνίξει τα γέλια της.

–        Δες, δες τι μου ΄χει κάνει! Κρέμασε τα καπέλα της από τη δική μου μεριά . Πάνω στα δικά μου καρφιά.

–        Και καλά κάνω! Ούρλιαξε η Πέρσα

–        Πάει ο άγιος Φανούριος, πάει κι ο άγιος Πατάπιος ! Μου τους έκρυψε με τα παρδαλά της καπέλα.

Πάνω στο κρεβάτι της Θεανώς φιγουράριζαν όλοι οι «εραστές» που πέρασαν από τη ζωή της. Από τον άγιο Νεκτάριο της Αίγινας έως τον Πατάπιο του Λουτρακίου. Στη μεριά της Πέρσας, κολιέ, πολύχρωμα μαντήλια και καπέλα. Όσο για το Ρήγα και το Βαλέ, πρωτοκαθεδρία στο κρεβάτι.

–        Τους έκρυψα τους αγίους σου γιατί, όταν τους βλέπω, έρχομαι σε οργασμό.

–        Πάρ’ τα, ηλίθια! Συνέχισε η Θεανώ και μια μούντζα εκσφενδονίστηκε προς τη πλευρά της Πέρσας.

–        Έλα, Πέρσα, σταματήστε, της έκανε νόημα ο ανιψιός.

–        Ξέρεις τι μου έκανε τη νύχτα? Την ώρα που κοιμόμουν μου έριχνε ψίχουλα από αντίδωρο στο στόμα, για να συγχωρεθούν, λέει, οι αμαρτίες μου. Θα μ’ έπνιγε η τρελή. Από το βήχα ξύπνησα.

–        Έλα, θεία, υπερβάλλεις!

–        Υπερβάλλω ε? Για να ποτίσουν τα ρούχα σου μοσχολίβανο και θα σου πω εγώ. Βγήκα με το Γιώργο και νόμιζε ότι τον απατώ με καντηλανάφτη.

–        Με τον Γιάννη δεν μου είπες ότι θα έβγαινες, μωρή  αθεόφοβη!  Της φώναξε υποτιμητικά η Θεανώ κάνοντας μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.

–        Άλλαξα γνώμη στο δρόμο.

–        Φτου σου, κολασμένη! Δυο δυο τους έχεις τους άντρες?

–        Και δυο που έστειλα στα θυμαράκια τέσσερις.

–        Ανάθεμά σε! Δε θα λιώσεις άμα πεθάνεις.

–        Γιατί θα λιώσεις εσύ?

–        Όλες οι παρθένες λιώνουν.

–        Ναι! Από κατακράτηση υγρών, λόγω αγαμίας.

 

 

Καθένας έχει το χαρακτήρα του …

–        Για πες , για πες τώρα που έφυγε η Θεανώ. Τα ‘χεις με τον ανιψιό μου?

–        Εεε ….

–        Τι ντρέπεσαι βρε χαζό. Εγώ είμαι ογδόντα ενός και βγαίνω μ’ ένα κύριο. Καλός ο μακαρίτης , δεν λέω, αλλά η μοναξιά δεν παλεύετε.

–        Συγνώμη που ρωτάω, αλλά , η αδελφή σας πόσο είναι?

–        Με περνάει τρία χρόνια, δυστυχισμένη όμως. Όλα της τα χρόνια τα ‘ζησε μ’ ένα κακορίζικο κι ούτε ένα κέρατο δεν του ‘ριξε.

 

Την έπιασαν τα γέλια, άρχισε να βρίσκει πολύ γλυκιά την Πέρσα, σε τέτοιο βαθμό που ήταν ικανή να βάλει στην άκρη τόσο τη φλυαρία όσο και την αδιακρισία της.

 

–        Τι ωραία που τα λέτε! Χρόνια έχω να γελάσω έτσι !

–        Μπα, και ποιος σου ‘κλεψε το γέλιο , κορίτσι μου?

–        Τα διάφορα προβλήματα…

–        Καλά, μην τα ξεφορτωθείς και θα σου πω πως θα γίνεις όταν μεγαλώσεις !

–        Πως θα γίνω?

–        Σαν τη Θεανούλα …

–        Ελάτε καλέ. Μια χαρά γυναίκα είναι.

–        Καλή είναι η έρημη, αλλά δεν έχεις δει τίποτα ακόμα από τις ιδιοτροπίες της.

–        Ο καθένας έχει το χαρακτήρα του.

–        Κι όλοι οι ανέραστοι τον ίδιο !!

 

ΤΩΡΑ ΟΧΙ ΑΥΡΙΟ

– Λοιπόν για πείτε μου πως τα πάτε?

– Τι πως τα πάμε?

– Δεν ρωτάω αν μαγειρέψατε ή αν βάλατε πλυντήριο. Ρωτάω προς τα που πάτε τη ζωή σας.

– Δεν σε καταλαβαίνω …

– Γιατί να με καταλάβεις? Μήπως με ξέρεις ετσι? Τακτοποιήστε τη ζωή σας όσο είναι νωρίς !

– Μια χαρά είναι οι ζωές μας, δεν το βλέπεις?

– Οχι, αυτό που βλέπω είναι οτι πρέπει να βρείτε το θάρρος να ζήσετε όπως σας πρέπει. Αν φοβηθείτε θα αρρωστήσετε.

– Γιατί θ’ αρρωστήσουμε?

– Επειδή δεν αντέχετε άλλα να σκέφτεστε, άλλα να λέτε και άλλα να κάνετε !

– Τι θέλεις να πεις?

– Η μαγιά σας είναι τέτοια , δεν θα μπορέσετε να συμβιβαστείτε. απλά θα πεθάνετε νέες.

– Μην ανησυχείς για μας … , την καθησύχασε βουρκωμένη .

– Δίχως δάκρυα ! Στρώστε τη ζωή σας , ΤΩΡΑ ΟΧΙ ΑΥΡΙΟ 

– Τι θα πάρεις?

Βρέθηκαν να τρώνε σ’ ενα ταβερνάκι στη Πλάκα η μητέρα , καλοδιατηρημένη γύρω στα εβδομήντα,  με τις δυο της κόρες περασμένα σαράντα, όμορφες γυναίκες, και οι τρείς τους, αρχοντικές.

Η μητέρα αλλιώτικη σήμερα. Στο πρόσωπό της είχαν ζωγραφιστεί μια δύναμη ψυχής και ταυτόχρονα μια παιδική αθωότητα.  Τα κορίτσια παραξενεύτηκαν που είδαν τη μάνα τους να ‘χει τον πρώτο λόγο, ενα λόγο μεστό, δίχως τις περιττές και καλοστόλιστες λέξεις που θολώνουν το νου.

– Μάνα, τι θα πάρεις?

– Τι θα ΄θελα ρωτάς?

– Ναι καλέ !

– Τα χαμένα μου νιάτα .  Μη με κοιτάτε παράξενα. Διώξτε απ τη ψυχή σας το φόβο όσο είναι νωρίς, αλλιώς τη βάψατε.  Με προσοχή, με πολλή προσοχή να διεκδικήσετε τη ζωή σας !

– Τι εννοείς οταν λες με προσοχή ?

– Εννοώ με σεβασμό προς τους άλλους !!

Ήρθε ο σερβιτόρος να πάρει παραγγελία

– Τι θα πάρετε?

Κοιτάζονται και σκάνε και οι τρεις στα γέλια !!!!  Παραγγέλνει η μάνα και για τις τρείς, τις γνωρίζει άλλωστε , είναι ο εαυτός της!

 

 

Βέρα …

Ένας χρυσός κρίκος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ποικοιλότροπα…

Απο το να στηρίξει κανείς τη ψευδαίσθηση μιας ζωής έως και να φυλάξει ενα εισητήριο – μύθο για ενα ταξίδι μιας άλλης ζωής που θά ‘θελες νά ‘χεις, αλλά που δεν κάνεις τίποτα για να την αποκτήσεις …

Αυτοκριτική … άγνωστη λέξη

Ο νους του ρίχνει πάντα τις ευθύνες στους άλλους.

Έχει μια ικανότητα να πραγματεύεται τη ζωή χωρίς καμμία προσωπική ευθύνη.

Δεν έχει ποτέ αποδεχθεί πως ό,τι έσπερνε θερίζει.

Δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία να διαπιστώσει πως είναι ο μόνος υπεύθυνος για το πόνο και τα βάσανά του.

Αυτοπεποίθηση

Η αυτοπεποίθηση της γυναίκας, κόβει πόντους απο την αντρική εξουσία !!!

Eίναι να γελάει κανείς !!!

-Μου πάει?

-Πολύ! Απορώ γιατί δεν φορούσες φορέματα τόσο καιρό.

-Μάλλον αισθανόμουν σα χαζοβιόλα γκόμενα μέσα σ’αυτά.

-Αμάν αυτοί οι μύθοι!

-Για ποιούς μύθους μιλάς?

-Τι θα πει «χαζοβιόλα γκόμενα»? Σε λίγο θα κατουράμε κι όρθιες! Μιλάμε σαν άντρες, ντυνόμαστε σαν άντρες, θα βγάλουμε και γένια. Που στην ευχή θα πάει αυτό?

-Τη δυναμική μας δείχνουμε, για να μην μας καπελώνουν.

-Τώρα , είναι να γελάει κανείς !!!

Published in: on 17, Δεκέμβριος, 2010 at 10:19  Σχολιάστε  
Tags: , , ,