Χιούμορ

Χρησιμοποιούσε το χιούμορ, σαν φάρμακο σε τακτά χρονικά διαστήματα για να τη βγάζει από τον φανταστικό κόσμο των ιδεών που είχε μάθει να τρυπώνει όλα της τα χρόνια.

Ένοιωθε πως ο αντίλογος και η φλυαρία δεν ευδοκιμούν σε κάποιες περιπτώσεις, ενώ η σιωπή ή το αληθινό χιούμορ, με εύθυμη διάθεση, που εκδηλώνεται χωρίς ειρωνεία, είναι δυο δρόμοι που μπορούν να βοηθήσουν.

Παλιά τελετουργικά και δοκιμασμένα

Advertisements

Χωρισμός

Μια λέξη άσχημων κραδασμών, που οι άνθρωποι οι πικραμένοι και οι καταπεσμένοι από κάθε είδους θεσμό την προφέρουν με απίστευτο σαρκασμό.

« Χώρισα», «χωρίζω», «θα χωρίσω» …

Κακόηχες λέξεις, που συνοδεύονται πάντα από βίαιες χειρονομίες στην ανάγκη να απελευθερωθούν το σώμα και η ψυχή από τα δεσμά.

Θυμός

Παρά τον ήπιο τόνο της φωνής της ήταν καιρός που είχε αντιληφθεί τον κρυφό και καταπιεσμένο της θυμό, ένα θυμό που δεν ήταν έκδηλος, που της κρυβόταν, μα που κυριαρχούσε πάνω της με αδιαφανείς τρόπους. Φαινόταν στον τρόπο που έτρωγε, που περπατούσε και σε όλες τις περιπτώσεις που η ζωή την ξάφνιαζε.

Όπως πολλοί άνθρωποι, νόμιζε πως η μη εμφανής εκδήλωση σήμαινε και την ανυπαρξία του, μέχρι που τον αναγνώρισε. Έμεινε μαζί του, τον κατανόησε, έμαθε πολλά για κείνη κι έτσι σιγά σιγά έσβησε δίχως να τον καταπιέσει, δίχως να τον κουκουλώσει στα βάθη της ψυχής της από κοινωνική αβρότητα.

Κι αν κάποια ερεθίσματα μες τη μέρα τη θύμωναν, αυτός ο θυμός είχε πια μια άλλη ποιότητα, σαν να βρισκόταν όλος στη περιφέρεια. Ήταν σαν το σώμα ν’ απέκτησε για λίγα δευτερόλεπτα μια ζέστη, αλλά βαθιά μες τον πυρήνα όλα παρέμειναν δροσερά.

Διαδικασίες του νου

Η επίγνωση άρχισε να γίνεται παρελθόν, η παλιά της κατάσταση ξανάβρισκε έδαφος ν’ ανθίσει.

Μια και μόνο δοκιμασία είναι ικανή να πάει τον άνθρωπο πίσω, κι εκεί που νομίζει πως έχει τελειώσει με το τούτο ή εκείνο, ξαναβλέπεις τους παλιούς μηχανισμούς να ορθώνονται ερήμην σου μπροστά στα μάτια σου.

Άρχισαν μέσα της να λειτουργούν οι ενοχές, από ‘κει πέρασε στη κριτική, κι όσο η κριτική μεγαλώνει, τόσο εμποδίζει την αυτοκριτική, κι ο κρινόμενος γίνεται όλο και πιο ενοχικός και ωθείται όλο και περισσότερο στην υπεράσπιση του εαυτού του.

Διαδικασίες του νου που γίνονται μ’ αστραπιαία ταχύτητα και δεν σου αφήνου το περιθώριο να τις διαχειριστείς.

Ογδοντάχρονα κορίτσια

–        Ήθελα να ΄ξερα τι κάνεις τα βράδια εκεί που πας. Θα έρθω καμιά μέρα να δω, είπε η Πέρσα γεμάτη περιέργεια.

–        Μμμ, εσύ στην εκκλησία!! Εκεί δεν μπορεί να σ’ την πέσει κανείς.

–        Μπορεί.

–        Το μυαλό σου και μια λίρα. Ποιος να σ’ την πέσει αμαρτωλή?

–        Ο πολυέλαιος, στο δόξα πατρί!

–        Δε μιλάω πια μαζί σου. Έχεις φύγει από το δρόμο του Θεού.

–        Ναι, μ’ αρέσει τι πεζοδρόμιο.

–        Έλα βρε θεία, σερβίρισε το τσάι! φώναξε απογοητευμένος ο ανιψιός.

–        Τώρα, παιδί μου.

–        Φέρε μου και το κουάκερ μου, συνεχίζει η Θεανώ.

–        Πως το τρως αυτό ρε θεία?

–        Κάνει καλό στη δυσκοιλιότητα παιδί μου, να το δοκιμάσεις. Οι φυτικές ίνες κάνουν καλό, το λέει και η τηλεόραση, και το μαύρο ψωμί.

–        Και το υπόθετο γλυκερίνης, πετάχτηκε η Πέρσα.

–        Κορόιδευε γαϊδούρα.

–         Δε μας χέζεις , ρε Θεανώ?

–        Μόλις τελειώσει το κουάκερ θα το κάνει, είπε ο αγανακτισμένος ανιψιός!

 

 

 

Τσακώνονται τα ογδονταχρονα κορίτσια !

Στο δωμάτιο επικρατούσε η απόλυτη αναρχία.

Ένα κορδόνι ανάμεσα στα δυο κρεβάτια χώριζε το δωμάτιο  με τη γραμμή του Αττίλα. Η Θεανώ λιβάνιζε το δωμάτιο που μοιραζόταν με τη Πέρσα και ταυτόχρονα έψελνε…

–        «Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν»

Η Πέρσα έκανε αντιπερισπασμό με Τερζή

– «Ήταν παλιόκαιρος τη μέρα που σε γνώρισα»

– Θεέ μου, συγχώρεσέ τη την αμαρτωλή, ψιθύριζε η Θεανώ

– «Συγνώμες κι άλλα θύματα θα πάρουνε τα κύματα, βουλιάζεις την ελπίδα που κρατάω…»

– «Τη Θεοτόκω εκτενώς νυν προσδράμωμεν, αμαρτωλοί και ταπεινοί και προσπέσωμεν …»

– Σκάσε ρε Θεανώ.

– Εσύ να σκάσεις, γριά γυναίκα. Τα κοκκινάδια και τα τραγούδια σε μάραναν.

– Τι πάθατε, ρε κορίτσια? Για όνομα του Θεού! Φώναξε έξαλλος ο ανιψιός, ενώ εκείνη προσπαθούσε να πνίξει τα γέλια της.

–        Δες, δες τι μου ΄χει κάνει! Κρέμασε τα καπέλα της από τη δική μου μεριά . Πάνω στα δικά μου καρφιά.

–        Και καλά κάνω! Ούρλιαξε η Πέρσα

–        Πάει ο άγιος Φανούριος, πάει κι ο άγιος Πατάπιος ! Μου τους έκρυψε με τα παρδαλά της καπέλα.

Πάνω στο κρεβάτι της Θεανώς φιγουράριζαν όλοι οι «εραστές» που πέρασαν από τη ζωή της. Από τον άγιο Νεκτάριο της Αίγινας έως τον Πατάπιο του Λουτρακίου. Στη μεριά της Πέρσας, κολιέ, πολύχρωμα μαντήλια και καπέλα. Όσο για το Ρήγα και το Βαλέ, πρωτοκαθεδρία στο κρεβάτι.

–        Τους έκρυψα τους αγίους σου γιατί, όταν τους βλέπω, έρχομαι σε οργασμό.

–        Πάρ’ τα, ηλίθια! Συνέχισε η Θεανώ και μια μούντζα εκσφενδονίστηκε προς τη πλευρά της Πέρσας.

–        Έλα, Πέρσα, σταματήστε, της έκανε νόημα ο ανιψιός.

–        Ξέρεις τι μου έκανε τη νύχτα? Την ώρα που κοιμόμουν μου έριχνε ψίχουλα από αντίδωρο στο στόμα, για να συγχωρεθούν, λέει, οι αμαρτίες μου. Θα μ’ έπνιγε η τρελή. Από το βήχα ξύπνησα.

–        Έλα, θεία, υπερβάλλεις!

–        Υπερβάλλω ε? Για να ποτίσουν τα ρούχα σου μοσχολίβανο και θα σου πω εγώ. Βγήκα με το Γιώργο και νόμιζε ότι τον απατώ με καντηλανάφτη.

–        Με τον Γιάννη δεν μου είπες ότι θα έβγαινες, μωρή  αθεόφοβη!  Της φώναξε υποτιμητικά η Θεανώ κάνοντας μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας.

–        Άλλαξα γνώμη στο δρόμο.

–        Φτου σου, κολασμένη! Δυο δυο τους έχεις τους άντρες?

–        Και δυο που έστειλα στα θυμαράκια τέσσερις.

–        Ανάθεμά σε! Δε θα λιώσεις άμα πεθάνεις.

–        Γιατί θα λιώσεις εσύ?

–        Όλες οι παρθένες λιώνουν.

–        Ναι! Από κατακράτηση υγρών, λόγω αγαμίας.

 

 

Θέατρο η ζωή

Έμεινε ασάλευτη για λίγα δευτερόλεπτα.

Η ζωή της φάνταζε στα μάτια της σαν ένα σκηνικό που έμεινε ολόγυμνο με το τράβηγμα της αυλαίας. Ούτε ηθοποιοί υπήρχαν, γιατί όλους τους ρόλους διάλεξε να τους παίζει μόνη της.

Ο νους της κοιτούσε το παρελθόν, όλα της τα χρόνια είχε κατασκευάσει ένα θέατρο μέσα της κι έπαιζε ποθητούς ρόλους.

Μόλις βαριόταν το έργο , έμπαινε σ’ άλλο και ξανά απ’ την αρχή. Ζούσε σε όνειρο ο,τι αναζητούσε στ’ αλήθεια και δεν είχε τη δύναμη να το πραγματώσει.

Νόμιζε πως ήταν μόνη της κι έμπαινε σε ρόλους. Δεν ήξερες πως εκατοντάδες εγκλωβισμένες γυναίκες γύρω της κάνουν το ίδιο πράγμα καθημερινά.

Θυμήθηκε τα λόγια που της είχε πει, να παρατηρεί τον εαυτό της χωρίς καμιά κριτική, σαν να μην πρόκειται για την ίδια, σαν να παίζει ένα ρόλο σε μια ταινία.

Ξεκίνησε να παρατηρεί, ψύχραιμα κι απρόσωπα, κι όσο παρατηρούσε ανακάλυπτε θησαυρούς . κάποτε νόμιζε πως κάποιος άλλος πιο ειδικός θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά για λογαριασμό της.

 Ξαφνικά την κατέκλυσε μια τρομακτική ενέργεια και μια απρόσμενη αισιοδοξία.

ΤΩΡΑ ΟΧΙ ΑΥΡΙΟ

– Λοιπόν για πείτε μου πως τα πάτε?

– Τι πως τα πάμε?

– Δεν ρωτάω αν μαγειρέψατε ή αν βάλατε πλυντήριο. Ρωτάω προς τα που πάτε τη ζωή σας.

– Δεν σε καταλαβαίνω …

– Γιατί να με καταλάβεις? Μήπως με ξέρεις ετσι? Τακτοποιήστε τη ζωή σας όσο είναι νωρίς !

– Μια χαρά είναι οι ζωές μας, δεν το βλέπεις?

– Οχι, αυτό που βλέπω είναι οτι πρέπει να βρείτε το θάρρος να ζήσετε όπως σας πρέπει. Αν φοβηθείτε θα αρρωστήσετε.

– Γιατί θ’ αρρωστήσουμε?

– Επειδή δεν αντέχετε άλλα να σκέφτεστε, άλλα να λέτε και άλλα να κάνετε !

– Τι θέλεις να πεις?

– Η μαγιά σας είναι τέτοια , δεν θα μπορέσετε να συμβιβαστείτε. απλά θα πεθάνετε νέες.

– Μην ανησυχείς για μας … , την καθησύχασε βουρκωμένη .

– Δίχως δάκρυα ! Στρώστε τη ζωή σας , ΤΩΡΑ ΟΧΙ ΑΥΡΙΟ 

Θυμός του ταξιτζή

Σταμάτησε ενα ταξί και κατευθυνθηκε προς το σπίτι.

Ο νεαρός ταξιτζής παραπονιόταν για την κίνηση

– Δεν αντέχω άλλο. Υπάρχουν μέρες που νομίζω πως θα πάθω εγκεφαλικό

– Τι λες παιδί μου? ετσι εύκολα παθαίνει κανείς εγκεφαλικό?

– Κάνε τη δουλειά μου και μετά τα λέμε, συνέχισε ο νεαρός

– Ο θυμός σου φταίει, οχι η κίνηση

– Τι εχει ο θυμός μου ? ρώτησε απορημένος

– Εσυ θα μάθεις ! Που να ξέρω εγω για σένα ?

– Μέχρι τότε θα ‘χω γεράσει ! επέμενε εκείνος, ενω τα λόγια και η χροιά της φωνής της τον είχαν ήδη ησυχάσει

– Τι θα πάρεις?

Βρέθηκαν να τρώνε σ’ ενα ταβερνάκι στη Πλάκα η μητέρα , καλοδιατηρημένη γύρω στα εβδομήντα,  με τις δυο της κόρες περασμένα σαράντα, όμορφες γυναίκες, και οι τρείς τους, αρχοντικές.

Η μητέρα αλλιώτικη σήμερα. Στο πρόσωπό της είχαν ζωγραφιστεί μια δύναμη ψυχής και ταυτόχρονα μια παιδική αθωότητα.  Τα κορίτσια παραξενεύτηκαν που είδαν τη μάνα τους να ‘χει τον πρώτο λόγο, ενα λόγο μεστό, δίχως τις περιττές και καλοστόλιστες λέξεις που θολώνουν το νου.

– Μάνα, τι θα πάρεις?

– Τι θα ΄θελα ρωτάς?

– Ναι καλέ !

– Τα χαμένα μου νιάτα .  Μη με κοιτάτε παράξενα. Διώξτε απ τη ψυχή σας το φόβο όσο είναι νωρίς, αλλιώς τη βάψατε.  Με προσοχή, με πολλή προσοχή να διεκδικήσετε τη ζωή σας !

– Τι εννοείς οταν λες με προσοχή ?

– Εννοώ με σεβασμό προς τους άλλους !!

Ήρθε ο σερβιτόρος να πάρει παραγγελία

– Τι θα πάρετε?

Κοιτάζονται και σκάνε και οι τρεις στα γέλια !!!!  Παραγγέλνει η μάνα και για τις τρείς, τις γνωρίζει άλλωστε , είναι ο εαυτός της!