Εφηβικοί φόβοι

– Όσο καταπιέζει εσένα ο πατέρας σου , με άλλο τρόπο κάνει κι ο δικός μου το ίδιο.

– Αηδίες λές. Ξέρεις τι είναι να φοβάσαι κάθε μέρα ? Να τρέμει ο κώλος σου πως θα τις αρπάξεις ? Ξέρεις τι σημαίνει φόβος ? Φόβος που σε κάνει να χέζεσαι πάνω σου, φόβος, φόβος, φόβος, γαμώτο μου τρέμουν τα γόνατά μου, κατουριέμαι και το παίζω μάγκας. Τι ξέρεις εσύ απ΄αυτά? φώναξε κλαίγοντας εκείνος.

– Ελα, σταμάτα, σε παρακαλώ, του είπε εκείνη σκουπίζοντας πότε τα δικά του μάτια και πότε τα δικά της. Έχεις δίκαιο, μας γεμίζουν φόβους απο τους φόβους τους, αυτό είναι. Το ίδιο φοβούνται κι αυτοί, αλλά ο εγωισμός τους δεν τους αφήνει να το δείξουν.

– Δεν συγκρίνονται οι φόβοι μας. Με σένα είναι αλλιώς, δεν το βλέπεις?

– Τι εννοείς αλλιώς?

-Συζητάνε, μιλάνε μαζί σου, το τρως κι εσυ το πακέτο σου, αλλά είναι πιο ελαφρύ. Στο κάτω κάτω έχεις και μια μάναγαμάτη. Εμένα είναι κότα η ηλίθια, κότα γαμώτο, τίποτα δεν διεκδικεί.

– Ναι, τώρα κάτι μας είπες. Ποιός σου είπε οτι η μάνα μου δε φοβάται?

– Η μάνα σου έχει πρακτικούς φόβους και καλά κάνει, αλλιώς θα ήταν ηλίθια. Φοβάται μην πέσεις και σκοτωθεί, αλλά δεν χέζεται για το τι θα πει η κοινωνία. Δεν τα βάζει με το παιδί της για να αρέσει στο γείτονα, και τέλος ούτε ο πατέρας σου είναι τόσο πολύ κολλημένος. Προσπαθεί κι αυτός να τα βρείτε.

Δεν τον διέκοψε καθόλου, μόνο έκλαιγε μαζί του. Ένοιωθε πως εκείνος δεν είχε την πολυτέλεια ν’ απλωθεί μέσα στο παρόν, το βίαιο παρελθόν του και η ανασφάλεια για το αύριο, του έκλεβαν τη γαλήνη του σήμερα, προκαλώντας τον να φορτώνεται όλο και περισσότερο αρνητικές σκέψεις.

Τα δυο παιδιά ξημέρωσαν προσπαθώντας ν’ αναλύσουν τη ζωή μέσα απο τις λιγοστές τους εμπειρίες. διέκριναν όμως πως λίγο πολύ, όλα σχεδόν τα παιδιά, , μεγαλώνουν σε περιβάλλον όπου υπάρχει ψυχολογικός φόβος. Σ’ ενα τέτοιο περιβάλλον κανένα παιδί δεν μπορεί να νοιώσει αληθινά ελεύθερο, οχι ελεύθερο να κάνει οτι του αρέσει, αλλα για να μπορέσει ν΄ανθίσει μέσα του η κατανόηση για τη ζωή.

Advertisements
Published in: on 10, Δεκέμβριος, 2010 at 09:07  2 Σχόλια  
Tags: , , ,

Παρέλαση

– Εγω φέτος δεν θα κάνω παρέλαση

– Ο λόγος?

– Το θεωρώ καραγκιοζιλίκι όλο αυτό που γίνεται

– Έχει και τη θετική του πλευρά …

– Ποιά είναι αυτή ?

-Το τέλος, η άτακτη υποχώρηση για συνάντηση με τους αυτοκόλλητους

– Σιγά μην περιμένω να πάω στη παρέλαση για να βγω με τους κολλητούς μου !

– Όπως νομίζεις …

– Δεν σε νοιάζει τι θα πουν στο σχολείο?

– Οχι βέβαια !

– Ο μπαμπάς?

– Τι ?

– Τι θα πει?

-Που να ξέρω ? Δεν έχεις παρά να τον ρωτήσεις !

– Ωχ!

– Δεν έχει ωχ !

– Θα το πεις εσύ ?

– Οχι βέβαια ! Γιατί, φοβάσαι?

– Ξέρω πάλι τι θα μου πει …

– Ευτυχώς που κάποιοι άνθρωποι αλλάζουν. Τι να το κάνουν όμως αν εσυ κι εγω τους βλέπουμε με την παλιά τους εικόνα?

– Εντάξει, θα το κάνω, αλλά άμα με πιέσει … να τα βγάλεις εσυ πέρα μαζί του !

– Ούτε να το σκέφτεσαι! Εσύ έχεις το πρόβλημα, εσυ θα το λύσεις !

– Πως?

– Μέσα απο τη κουβέντα με το πατέρα σου !

– Καλά …

Ο πατέρας της την πήρε αγκαλιά για να συζητήσουν.

Η ορμή της εφηβείας της κι οι ανάγκες αυτού του συγκεκριμένου παιδιού, έκαναν το ύφος της συζήτησης ζωήρό.

Κυριαρχούσε ο δικός της μονόλογος, κάπου κάπου έκανε ανακωχή με μια πάσα για διάλογο, κι οταν ένοιωθε απειλή, συνέχιζε ξανά με αντίλογο.

Ίδρωσε μέχρι να καταφέρει να της εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ επαναστατημένου και επαναστάτη.

Φάνηκε να τα καταφέρνει.

Η μικρή ανακουφίστηκε όταν πια κατάλαβε τι σημαίνει να ΄ναι κανείς βαθιά κι αληθινά ελευθερος.

– Εντάξει, θα πάω, ειναι ανόητη η αντίδρασή μου, το κατάλαβα. Κάτι ξέρει η μαμά που λέει πως οι άνθρωποι αλλάζουν, αλλά εμείς τους κοιτάμε με τα παλιά μας μάτια.

Λείπει η ατμόσφαιρα !

– Για δοκίμασε

– Τέλεια !

– Δεν νομίζω να λείπει κάτι …

– Χμ … Νομίζω πως ναι

– Πες μου, τι λείπει ?

– Το φαγητό είναι υπέροχο, η φαντασία όμως, προσθέτει γοητεία.

– Τι εννοείς?

– Λείπει η ατμόσφαιρα !

– Αμάν αυτή η μανία σου !!

– Δεν είναι ωραίο να πετάς έτσι το φαγητό στα πιάτα.

– Κατάλαβα, θέλεις και κηροπήγια

– Αν σου πέταγα στο πιάτο , ενα αφρόντιστο πρωινό, θα το έτρωγες?

– Εσύ γιατί τα βάζεις με τη γιαγιά όταν σου λέει τα ίδια?

– Επειδή, στη δική μου γενιά, κάθε τι πρακτικό, μας το ‘καναν ψυχολογικό και μας έσκισαν …

– Δηλαδή?

– Δηλαδή μας καπέλωσαν με το ζόρι το ρόλο της καλής οικοδέσποινας και δεν προλάβαμε να αγαπήσουμε τη διαδικασία. Άλλες τη μισήσαμε και άλλες τη φορέσαμε καπέλο με το ζόρι.

 

Η τελεία του πατέρα

– Απο ‘δω με πάει, απο ‘κει με φέρνει, στο τέλος με κάνει ο,τι θέλει.

– Κάπου πρέπει να βάζεις τελεία, και την τελεία την βάζει ο πατέρας στα παιδιά. Η σχέση της μάνας είναι απο τη φύση της διαφορετική.

– Ναι, αλλά, όταν της φωνάζω μου τα χώνεις !

– Οι φωνές και οι απειλές δεν βγάζουν πουθενά. Η τελεία του πατέρα είναι αυστηρότητα που εμπεριέχει φροντίδα. Εσύ ή θα τη μαλώνεις για κοινωνικούς λόγους ή δεν θα της μιλήσεις για να κερδίσεις πόντους στην εκτίμησή της.

– Είναι αλήθειαπως αυτό κάνω…

– Το ξέρω, αλλά, όσο κι αν φαντάζει παράξενο , αν ο πατέρας δεν το κάνει αυτό, τα παιδιά νοιώθουν ανασφάλεια.

– Το ΄χω δει. Κι η μικρή κάνει πολλές φορές τρελλά πράγματα για να τεστάρει το ενδιαφέρον μου.

Ηλικία Απολογισμού

Η μάνα μου φανταζόταν πως στην κλιμακτήριο , τον πρώτο λόγο έχουν οι ορμόνες, πως αυτές είναι υπεύθυνες για κάθε ψυχική «ανισορροπία», κι έτσι ο νούς της είχε πάντα μια πρόφαση για την όποια κατάσταση. Τα πάντα τακτοποιημένα, νοικοκυρεμένα στο μυαλό της, καθένα στο κουτάκι και στη θέση του.

Δεν μπορούσε όμως να δει πως αυτή είναι και μια ηλικία – εκεί αμέσως μετά τα δεύτερα άντα –  απολογισμού, δηλαδή ολέθρια.

Ο,τι δεν έχει βιωθεί στο σωστό χρόνο , ξεφυτρώνει σαν θηρίο έτοιμο να σε κατασπαράξει κι αλίμονο αν δεν είσαι προετοιμασμένη γι αυτό.

Ολα μπαίνουν στο χορό, ιδέες, συμπεράσματα, χλιαρά συναισθήματα και συμβιβασμοί της μέχρι τώρα ζωής σου , θεριεύουν και εκρήγνυνται!

Ανταγωνισμός

Αρνιόμουν πεισματικά να δω τα υγιή στοιχεία της μάνας μου – αυτό είναι σαν να προϋπάρχει αιώνες στη συνείδησή μας, η κόρη να ανταγωνίζεται τη μάνα και ο γιός τον πατέρα.

Ωστόσο είναι να παραξενεύεται κανείς πόσο τους μοιάζουμε σαν μεγαλώνουμε.

Λες και κάποια στιγμή ξεκλειδώνεις ενα χρονοντούλαπο και ψάχνεις μέσα εκεί τις σιγουριές σου, λες και κάποια φυσική ανάγκη σε σπρώχνει να γαντζωθείς απ την ασφάλεια αυτού του δοκιμασμένου μοντέλου.

Κι ενω στα νιάτα σου το κοιτάς όλο καχυποψία και εύχεσαι μια μέρα να το καταρρίψεις, οσο περναούν τα χρόνια , έρχεται μια αντίρροπη δύναμη και σε σπρώχνει σε μια ανάγκη να διαιωνίσεις ντε και καλά το είδος .

Ζόρια …

– Πες μου, γιατί κλαις?

– Δεν ξέρω, με μπερδεύεται συνέχεια, πότε τσακώνεστε και πότε αγκαλιάζεστε …

Ένιωσε αμήχανη, έπρεπε να αποκριθεί με γενναιότητα, με τρυφερότητα αλλα και με ακρίβεια, μακριά απο τα θολά τοπία που γεννούν άσκοπες ψευδαισθήσεις.

– Οι άνθρωποι αλλάζουν, μωρό μου, αλίμονο αν μένουν για πάντα ίδιοι! Ε, τώρα δεν είναι λογικό, όσο αλλάζουμε να γεμίζουν φόβους οι γύρω μας?

– Δε σε καταλαβάινω, θα χωρίσετε ή οχι ?

– Δεν ξέρω, μπορεί ναι , μπορεί και οχι …

– Δηλαδή ?

– Οι μάσκες πέφτουν, μωρό μου, δεν παίρνουν άλλη αναβολή. Αν ο πατέρας σου αντέξει να ‘μαι αληθινή, ίσως μείνουμε μαζί …

– Εννοείς πως δεν θέλεις να ζεις με ψευδαισθήσεις …

– Ακριβώς παιδί μου !

– Ωχ, τον λυπάμαι, του ροκανίζεις τις σιγουριές του !

– Το ξέρω, μωρό μου, αλλά δεν αντέχω πια να δείχνω κάτι άλλο απ΄αυτό που είμαι, εχω ανάγκη να ξαναβρώ τον αληθινό μου εαυτό.

– Εντάξει. Μόνο που …

– Τι καρδιά μου ?

– Να, τον λυπάμαι, είναι πιο αδύναμος απο σένα.

Με το ζόρι συγκρατήθηκε να μην βάλει τα κλάματα. Ήθελε να φωνάξει στο παιδί της πως έχει κι αυτή ανάγκες, βαθιές ανάγκες κι οχι απλά εφήμερες επιθυμίες.

Ήθελε να της πει πως και τι δεν θα ΄δινε για να αποποιηθεί έστω και για λίγο το ρόλο της ηρωίδας και να αρκεστεί σε ρόλους που μπορεί ν’ αντέξει η γυναικεία της φύση.

Μη θέλοντας όμως να χαλάσει το πατρικό μοντέλο του παιδιού της , μάζεψε γρήγορα τα συναισθήματά της, έσκυψε, τη φίλησε και την καθησύχασε, λέγοντάς της πως όλα θα πάνε καλά.

Απάνθρωπη ντομπροσύνη

– Πες πως είμαι άρρωστη.

– Ωραία ! Καλά που με συμβουλεύεις να μην λέω ψέματα.

– Δεν ξέρω, παιδί μου, μάλλον λάθος έκανα. Ίσως να μην είναι όλοι οι άνθρωποι έτοιμοι ν’ ακούν ειλικρίνειες. Πρέπει να διαισθάνεσαι ποιός αντέχει και πόσο, αλλιώς θα κάνεις κακό.

– Κατάλαβα, θα ρίχνω τα χαρτιά δηλαδή.

– Δεν είναι ακριβώς έτσι, μωρό μου, η ειλικρίνεια δεν έχει σχέση με την αλήθεια.

– Τι εννοείς?

– Τα αποτελέσματα της αλήθειας θέλουν το πραγματικό τους χρόνο για να ‘ρθουν στο φως, αλλά εμείς δεν έχουμε υπομονή να περιμένουμε, κι ετσι , στο όνομα μιας απάνθρωπης ντομπροσύνης, ματώνουμε τις ψυχές των ανθρώπων.

Περι διαφορετικότητας

– Μην κοροϊδεύεις τους ανθρώπους παιδί μου.

– Ελα καλέ μαμά, όλοι το ξέρουν πως είναι γκέϊ.

– Ολα τα γεννημένα αρσενικά έχουν τις ίδιες πιθανότητες, μην γίνεσαι αυστηρή με τους ανθρώπους.

Η κόρη άκουγε με προσοχή, τα λόγια της μάνας της,  επιδρούσαν ευεργετικά στην επαναστατημένη της ψυχή, την έβγαζαν όλο και περισσότερο απ’ τη σύγχυση. Κάποιες φορές ένοιωθε την ανάγκη να περάσει σ’ ενα πιο αληθινό δεσμό μαζί της, κάτι την κρατούσε όμως και δεν το έκανε, δεν ήξερε τι, αλλά προσπαθούσε να το ανακαλύψει.

Σκαλίζοντας το παρελθόν, έβλεπε τη μάνα της να χάνεται σε μάταιους ηρωισμούς, θλιβερές υποχωρήσεις και νωχελική παθητικότητα.

Αυτή η εικόνα δεν της άρεσε, στο παιδικό της μυαλό η μάνα της πόζαρε σαν να διαπραγματευόταν τη ζωή.

– Εντάξει, μάλλον είμαι άδικη, είπε.

– Πρέπει να ξέρεις, παιδί μου, πως υπάρχουν γκέϊ που η ψυχή τους είναι πολύ αντρίκεια και ιερόδουλες που έχουν πολύ πιο βαθιά ηθική απο τις λεγόμενες κυρίες.

– Νομίζω πως κατάλαβα, μουρμούρισε αδιάφορα κι αφηρημένα η μικρή

– Μάλλον δεν κατάλαβες, έτσι αδιάφορα μιλούν όσοι υποδύονται τους προοδευτικούς. Όμως ξέρεςι κάτι ? Φτύνουν παράλληλα τον κόρφο τους και ψιθυρίζουν «μακριά απο μας».

– Οκ, ρε μάνα, εχω επηρεαστεί απο τα αγόρια του λυκείου, παραδέχτηκε σκύβοντας το κεφάλι απο ντροπή.

Η μάνα ένιωσε καλύτερα καθώς είδε αισθήματα να γεννιούνται μέσα στη καρδιά της κόρης της.

Υποχρέωση και χρέος

Αναρωτιέμαι γιατί πρέπει να πω τις σκέψεις μου, κι αν τις πω θα τις ακούσει κανείς ? Πως ν΄ακούσει? Δεν είμαστε όλοι αυστηρά περιορισμένοι στο στενάχωρο εαυτό μας?
Ναι, αλλά οι άνθρωποι πρέπει να εκφράζονται …

Το νοιώθω πως είναι έτσι.

Αλήθεια, αν μπορούσα να φύγω, να φύγω μακριά, σε ποιόν θα το ‘λεγα?

Σε κανένα. Σε κανένα ? … Πολύ παρορμητική απάντηση, γιατί άραγε?

Έχω μια μάνα, ενα πατέρα, αδέλφια, φίλους, φίλες και λοιπούς συγγενείς, άλλους ν’ αγαπώ, κι άλλους απλά να τους ανέχομαι, γιατί έτσι λένε πως πρέπει.

Μα γιατί πρέπει? Τι υποχρέωση μπορεί να δημιουργεί ένας συγγενικός δεσμός εξ αίματος? Και γιατί υποχρέωση και οχι αισθήματα? Αισθήματα που τα γεννά ο κοινός εγκλωβισμός μας, σε μια αλυσίδα απο παρόμοιους κρίκους.

Έχω υποχρέωση, επίσης λένε, να δίνω λόγο για τις πράξεις μου, κατανοητό. Το γιατί όμως δεν μπορεί να το χωρέσει ο νούς μου. Τι θα πει υποχρέωση? Έχει διαφορά απο το χρέος?

Νιώθω νάχω χρέος απέναντι στη μάνα μου και στον πατέρα μου, οχι γιατί με γέννησαν, το σκοπό τους έθρεψαν. Οχι γιατί με μεγάλωσαν , χρέος τους ήταν αφού με έφεραν στο κόσμο.

Το δικό μου χρέος προς αυτούς , έχει να κάνει με την αγάπη τους, που άλλοτε ξέρουν να τη δίνουν κι άλλοτε μπερδεμένοι στα δίχτυα του πανικού, τη σερβίρουν με λάθος τρόπο, σε λάθος πιάτο. Αυτή όμως είναι εκεί, απο μικρή τη νιώθω. Ακλόνητη, φουσκωμένη, απέραντη.

Κάπως έτσι πρέπει να είναι η αγάπη, να μη ζητά ποτέ αντάλλαγμα, μεγάλο ή μικρό, βαθύ ή ρηχό, μόνο να υπάρχει.

Υ.Γ. Έκθεση μαθήτριας Β΄Λυκείου (τέλος δεκαετίας ΄70)